Αγαθά και Υπηρεσίες           

Οι κυριότερες νομοθεσίες που εφαρμόζονται στην Κύπρο και στοχεύουν στην καλύτερη δυνατή προστασία των οικονομικών συμφερόντων των καταναλωτών και καλύπτουν αγαθά και υπηρεσίες είναι οι ακόλουθες:

Ο περί των Αθέμιτων Εμπορικών Πρακτικών των Επιχειρήσεων προς τους Καταναλωτές Νόμος του 2007

 Η πρόσφατη αυτή εναρμονιστική νομοθεσία αποτελεί καινοτομία στον τομέα της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων των καταναλωτών. Σκοπός του Νόμου είναι η ρύθμιση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς σε σχέση με τις εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων και η αποτελεσματικότερη προστασία των καταναλωτών από αυτές. Επιπρόσθετα, διασαφηνίζονται τα δικαιώματα των καταναλωτών και θεσπίζονται από όλα τα κράτη-μέλη κοινές διατάξεις για διευκόλυνση του διασυνοριακού εμπορίου εναντίον της επιθετικής και παραπλανητικής διαφήμισης.

Ο Νόμος προνοεί την απαγόρευση των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, που ασκούν οι επιχειρήσεις στους καταναλωτές, κυρίως στη διαφήμιση και στην επικοινωνία της επιχείρησης με τον καταναλωτή, οι οποίες πλήττουν τα οικονομικά τους συμφέροντα.

Οι κυριότερες πρόνοιες του Νόμου είναι οι ακόλουθες:

  1. Γενική απαγόρευση των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών από τις επιχειρήσεις προς τους καταναλωτές. Καθορίζονται τα κριτήρια, με βάση τα οποία συγκεκριμένες εμπορικές πρακτικές προς τους καταναλωτές θεωρούνται αθέμιτες.
  2. Οι παραπλανητικές και επιθετικές εμπορικές πρακτικές ορίζονται ως αθέμιτες και ως εκ τούτου απαγορεύονται.
  3. Καθορίζεται μηχανισμός και διαδικασίες επιβολής διοικητικών προστίμων σε περίπτωση παραβάσεων των προνοιών του Νόμου.
  4. Κατάλογος εμπορικών πρακτικών, «μαύρη» λίστα με πρακτικές που θεωρούνται παντελώς αθέμιτες κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες

Ο περί της Σύναψης Καταναλωτικών Συμβάσεων εξ Αποστάσεως Νόμος του 2000 

Η νομοθεσία αυτή ρυθμίζει το πλαίσιο για τις συμβάσεις που συνάπτονται από απόσταση μέσω καταλόγου, τηλεαγοράς, διαφημιστικών εντύπων με στέλεχος παραγγελίας, ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τηλεομοιοτύπου (φαξ) κλπ.

Ο εμπορευόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει στον καταναλωτή:

(α) τα πλήρη στοιχεία του προμηθευτή του προϊόντος,
(β) τα κύρια χαρακτηριστικά του αγαθού ή της υπηρεσίας,
(γ) την τιμή του αγαθού ή της υπηρεσίας, περιλαμβανομένων όλων των φόρων καθώς και ενδεχόμενα έξοδα παράδοσης,
(δ) τον τρόπο πληρωμής, παράδοσης ή εκτέλεσης της σύμβασης,
(ε) το δικαίωμα υπαναχώρησης (εκτός ορισμένων περιπτώσεων που αναφέρονται στο νόμο), καθώς και τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος αυτού,
(στ) το κόστος χρησιμοποίησης του μέσου επικοινωνίας εξ αποστάσεως, όταν υπολογίζεται με βάση άλλη από την κανονική χρέωση.
(ζ) τη διάρκεια ισχύος της προσφοράς ή της τιμής.

Απαγορεύεται η προμήθεια αγαθών ή η παροχή υπηρεσιών σε καταναλωτή, χωρίς προηγούμενη παραγγελία του, όταν η παροχή αυτή συνεπάγεται αίτημα πληρωμής. Στην περίπτωση που του αποστέλλονται αγαθά και μέσα σε διάστημα 30 ημέρων δεν ζητήθηκε η επιστροφή τους, τότε αυτά περιέρχονται στην πλήρη κυριότητα του καταναλωτή.

Ο προμηθευτής υποχρεούται να ενημερώσει γραπτώς τον καταναλωτή για το δικαίωμα ακύρωσης της συμφωνίας και να του παρέχει αντίγραφο ακυρωτικού εντύπου με όλες τις σχετικές λεπτομέρειες (προθεσμία, πρόσωπο προς το οποίο θα αποσταλεί κλπ), το οποίο θα πρέπει να αποστείλει μέσα σε διάστημα 14 ημερών.

- Επιστροφή χρημάτων ή ακύρωση τυχόν χρηματοπιστωτικής σύμβασης, στην περίπτωση ακύρωσης της συμφωνίας μέσα στο διάστημα των 14 ημερών.

- Εκτέλεση της σύμβασης μέσα σε 30 ημέρες από την επομένη υποβολής της παραγγελίας.

- Ακύρωση πληρωμής προς τον έμπορα σε περίπτωση που η κάρτα πληρωμής του καταναλωτή χρησιμοποιήθηκε με δόλιο τρόπο.

Ο περί της Σύναψης Καταναλωτικών Συμβάσεων Εκτός Εμπορικού Καταστήματος Νόμος του 2000

 Η νομοθεσία αυτή ρυθμίζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί ο καταναλωτής να αγοράζει αγαθά ή και υπηρεσίες από εμπόρους που τον επισκέπτονται απρόσκλητα στο σπίτι του, στην εργασία του ή σε άλλο χώρο.

Καμία σύμβαση παροχής αγαθών ή υπηρεσιών, στην οποία εφαρμόζεται ο Νόμος, δεν είναι εκτελεστή έναντι του καταναλωτή, εκτός αν ο έμπορος ή ο αντιπρόσωπος του εμπόρου μεριμνήσει ώστε η σύμβαση να διατυπωθεί γραπτώς και να περιλαμβάνει τα πιο κάτω.

(α) Αναφέρει την ημερομηνία της σύμβασης, το όνομα, το τηλέφωνο και τη διεύθυνση του εμπόρου με εμφανή και ευανάγνωστο τρόπο,

(β) περιγράφει λεπτομερώς τα προσφερόμενα αγαθά και/ή τις υπηρεσίες,

(γ) αναφέρει ως ουσιώδη όρο της σύμβασης, με εμφανή και ευανάγνωστο τρόπο, ότι ο καταναλωτής έχει δικαίωμα υπαναχώρησης από την σύμβαση με ειδοποίηση που δίδεται εγγράφως, μέσα σε 14 ημέρες από την επομένη της ημέρας της σύναψης της σύμβασης ή της εκπλήρωσης της συμφωνηθείσας παροχής του εμπόρου, οποιαδήποτε από αυτές ήθελε είναι μεταγενέστερη, χωρίς να υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη άλλη από την ευθύνη να επιδείξει εύλογη φροντίδα για τα αγαθά, που τυχόν παρέλαβε δυνάμει της σύμβασης, ενόσω αυτά είναι στην κατοχή του.

(δ) συνοδεύεται από τον τύπο υπαναχώρησης και ορίζει ρητά το όνομα και τη διεύθυνση του προσώπου προς το οποίο δύναται να δοθεί η ειδοποίηση υπαναχώρησης.

(ε) όπου είναι δυνατόν, προσδιορίζει τα αγαθά, τα οποία προσφέρονται για μερική ανταλλαγή και καθορίζει την αξία αυτών για τους σκοπούς της σύμβασης και

(στ) υπογράφεται από τον έμπορο και τον καταναλωτή.

Ο προμηθευτής υποχρεούται να ενημερώσει γραπτώς τον καταναλωτή για το δικαίωμα ακύρωσης της συμφωνίας και να του παρέχει αντίγραφο ακυρωτικού εντύπου με όλες τις σχετικές λεπτομέρειες (προθεσμία, πρόσωπο προς το οποίο θα αποσταλεί κλπ), το οποίο θα πρέπει να αποστείλει μέσα σε διάστημα 14 ημερών.

Ο περί Ορισμένων Πτυχών της Πώλησης Καταναλωτικών Αγαθών και των Συναφών Εγγυήσεων Νόμος 2000

 Ο νόμος αυτός εφαρμόζεται στις συμβάσεις πώλησης καταναλωτικών αγαθών που συνάπτονται με καταναλωτές και εγγυάται την καλή λειτουργία των προϊόντων για τουλάχιστον 2 χρόνια, είτε έχει δοθεί εγγύηση από τον πωλητή είτε όχι.

Κάθε αγαθό καλύπτεται με «εγγύηση», η οποία σημαίνει ότι ο πωλητής έχει υποχρέωση έναντι του καταναλωτή- όταν το προϊόν το οποίο έχει πωλήσει δεν ανταποκρίνεται στα χαρακτηριστικά που αναφέρονται στη δήλωση της εγγύησης ή στη σχετική διαφήμιση ή περιγραφή με βάση την οποία ο καταναλωτής αποκτά το αγαθό, χωρίς επιπλέον επιβάρυνση- να επισκευάσει, να αντικαταστήσει ή να επιστρέψει στο ποσό που έχει καταβληθεί για απόκτηση του.

Ο πωλητής έχει υποχρέωση να παραδίδει στον καταναλωτή αγαθά που είναι σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης πώλησης, δηλαδή:

(α) Ανταποκρίνονται στην περιγραφή που έχει γίνει από τον πωλητή και έχουν τις ιδιότητες του αγαθού εκείνου που ο πωλητής είχε παρουσιάσει στον καταναλωτή ως δείγμα ή υπόδειγμα.

(β) είναι κατάλληλα για κάθε ειδική χρήση την οποία επιζητεί ο καταναλωτής και την οποία γνωστοποίησε στον πωλητή κατά τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης και ο πωλητής την αποδέχθηκε,

(γ) είναι κατάλληλα για τις χρήσεις για τις οποίες προορίζονται συνήθως τα αγαθά του ιδίου τύπου,

(δ) έχουν τη συνήθη ποιότητα και τις επιδόσεις ενός αγαθού του ιδίου τύπου τις οποίες εύλογα αναμένει ο καταναλωτής, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του αγαθού και τις δημόσιες δηλώσεις του πωλητή, του παραγωγού ή του αντιπροσώπου του για τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των αγαθών, ιδίως στο πλαίσιο της διαφήμισης ή της επισήμανσης.

Ο καταναλωτής έχει δικαίωμα, όταν το προϊόν δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση πώλησης του:

α) να απαιτήσει από τον πωλητή τη δωρεάν επισκευή ή αντικατάσταση του αγαθού (η επισκευή ή αντικατάσταση πρέπει να πραγματοποιούνται μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή σε σχέση με την φύση του αγαθού),

β) μείωση του τιμήματος, ή

γ) υπαναχώρηση από την σύμβαση και επιστροφής των χρημάτων του.

Ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμοι 1996 και 1999

 Σκοπός της νομοθεσίας αυτής είναι η προστασία των οικονομικών συμφερόντων των καταναλωτών από τυχόν καταχρηστικές ρήτρες (όρους) που περιλαμβάνονται στις συμβάσεις μεταξύ πωλητών/προμηθευτών και καταναλωτών.

«Καταχρηστική ρήτρα» θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση. Επίσης, αν η ρήτρα αυτή υπήρξε αντικείμενο διαπραγμάτευσης, ο καταναλωτής δεν ήταν σε θέση να επηρεάσει το περιεχόμενο της.

Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιβάλλουν την εν λόγω σύμβαση, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.

Οι καταχρηστικές ρήτρες σε σύμβαση μεταξύ πωλητή/προμηθευτή και καταναλωτή δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή και είναι άκυρες.

Ο πωλητής/προμηθευτής οφείλει να διασφαλίζει ότι σε περίπτωση γραπτών συμβάσεων, οι ρήτρες διατυπώνονται με σαφή και κατανοητό τρόπο. Σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια μιας γραπτής ρήτρας, υπερισχύει η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία.   



Untitled Document
Αρχική Σελίδα | Αεροπορικά Ταξίδια / Δικαιώματα Επιβατών | Ενοικιάσεις Αυτοκινήτων | Ψωνίστε μέσω διαδικτύου | Αγαθά και Υπηρεσίες | Χρονομεριστική Μίσθωση (timeshare) |
Εστιατόρια, Ξενοδοχεία και Υπηρεσίες διαμονής | Αγορές από χώρες Ευρωπαϊκής Ένωσης | Αγορές από Κύπρο